Η ιστορία αρχίζει μια νύχτα στις αρχές της δεκαετίας του 1700, στο απόμερο σκοτσέζικο νησί Λιούις. Σύμφωνα με την παράδοση, μια γελαστή Σκοτσέζα από τα Χάιλαντς, που λεγόταν Μακένζι, βοσκούσε το κοπάδι τα βόδια της δίπλα σ' ένα παλιό νεκροταφείο όταν, ξαφνικά, όλες μαζί οι ταφόπετρες άρχισαν ν' αναδεύουν, να τρίζουν και να ανατρέπονται. Καθώς η Μακένζι κοίταγε με παγωμένη κατάπληξη, άρχισαν να βγαίνουν από τη γη φαντάσματα και να ξεμακραίνουν γρήγορα πετώντας.
Πιο πολύ σαστισμένη παρά φοβισμένη, η Σκοτσέζα περίμενε να δει τι θα συμβεί. Μια ώρα μετά, όλα τα φαντάσματα επέστρεψαν από την περιπλάνησή τους στο βασίλειο του θανάτου, εκτός από ένα. Η Μακένζι έβαλε τότε το ραβδί της στο άνοιγμα του τελευταίου τάφου. Τελικά, φάνηκε μια νέα γυναίκα που ούρλιαξε: "Τράβηξε το μπαστούνι σου από τον τάφο μου κι άσε με να μπω στο θανατερό σπιτικό μου!". "Θα το κάνω", είπε σταθερά η Μακένζι, "όταν μου εξηγήσεις τι σε κράτησε έξω από τον τάφο πιο πολλή ώρα απ' τους γείτονές σου!".
Η Μακένζι έκανε όπως της είπε και, προτού η πεθαμένη βασιλοπούλα επιστρέψει στη γη, είπε στη γυναίκα: "Για να με θυμάσαι, και σαν μικρή ανταμοιβή για το θάρρος σου, θα σου πω πού θα βρεις κάτι, σπάνιας αξίας. Αν ψάξεις σ' εκείνη κει τη λίμνη, θα βρεις μια μικρή στρογγυλή μπλε πέτρα. Δωσ' τη στο γιο σου. Σ' αυτή θα βλέπει τα μελλούμενα".
Η Μακένζι βρήκε τον περίεργο θησαυρό και τον έδειξε στο παιδί της. Όταν εκείνος κοίταξε μέσα σε μια τρύπα, στο κέντρο της πέτρας, διαπίστωσε ότι το φάντασμα της βασιλοπούλας είχε πει την αλήθεια. Χρησιμοποιώντας την περίεργη πέτρα, ένα απλό αντικείμενο της φύσης, μπορούσε να διακρίνει μέσα από τα παραπετάσματα του χρόνου και να προφητεύει τι θα γίνει, εκπληρώνοντας έτσι τα πιο παλιά όνειρα της ανθρωπότητας.
Αυτός ο μύθος απεικονίζει τους θρύλους που είχαν περιβάλει το μυστηριώδη προφήτη της Αναγέννησης Κένεθ Μακένζι ή Κόιναχ Όνταρ.
Λέγεται ότι ο προφήτης αυτός ανήγγελλε τις προφητείες του μ' έναν τρόπο που τρόμαζε ακόμα και τους εχθρούς του και οι προφητείες του ήταν τις περισσότερες φορές δυσοίωνες. Μια μέρα, καθώς περπατούσε σ' ένα χωράφι στο Ντράμοσι, λέγεται πως έπεσε κάτω κι άρχισε να θρηνεί: "Αυτό το μαύρο βαλτοτόπι θα κηλιδωθεί με το καλύτερο αίμα των Χάιλαντς. Κεφάλια θα πέσουν και δε θα υπάρχει μήτε έλεος μήτε χάρη για καμιά απ' τις δυο πλευρές". Είχε γονατίσει ακριβώς στο Κάλοντεν Μουρ, εκεί που έμελλε να γίνει η φοβερή σφαγή των Σκότων, στην εξέγερση του 1745-46.
Η παράδοξη αυτή επιτυχία του λέγεται πως ανέδειξε τον Όνταρ από έναν τοπικό προφήτη σε άντρα μεγάλης φήμης και κοινωνικής θέσης. Άρχισε να προφητεύει το μέλλον, χρεώνοντας ακριβά τις πλούσιες οικογένειες της Σκοτίας. Όμως, παρ' όλες τις φανερές ικανότητές του, φαίνεται πως η ματαιοδοξία του Όνταρ τον εμπόδισε να προβλέψει το δικό του θάνατο. Μια μέρα, ενώ η φήμη του βρισκόταν στο απόγειό της, τον κάλεσε στο κάστρο του Μπράχαν, κοντά στο Ντένγκγουολ, η Ισαβέλα, η γυναίκα του τρίτου κόμη του Σίφορθ. Ο κόμης είχε καθυστερήσει σ' ένα ταξίδι του στο Παρίσι και η κόμισσα πήγαινε να τρελαθεί από την ανησυχία. Ικέτευε τον Όνταρ να χρησιμοποιήσει τις δυνάμεις του για ν' ανακουφίσει τους φόβους της.
Σύμφωνα με την ιστορία, ο προφήτης κοίταξε μέσα στην πέτρα του και μετά χαμογέλασε πονηρά. "Κυρία", είπε, "δεν χρειάζεται ν' ανησυχείτε για τον άντρα σας. Είναι καλά κι ευτυχισμένος". Η Ισαβέλα τον πίεσε να της πει περισσότερες λεπτομέρειες, αλλά αυτός αρνήθηκε. Τελικά, όταν εκείνη κατέφυγε στις απειλές, της πέταξε κοφτά ότι είχε δει τον κόμη σ' ένα μεγαλόπρεπο παρισινό σαλόνι, αγκαλιά με μια άλλη γυναίκα.
Ύστερα από ένα λεπτό σιωπής, η κόμισσα μίλησε. "Ντρόπιασες το καλό όνομα του συζύγου μου μέσα στο σπίτι των προγόνων του και θα υποστείς την πιο φοβερή εκδίκηση που μπορώ να επιβάλω. Θα πεθάνεις στην πυρά". Ο κόμης έφτασε από το Παρίσι τη στιγμή που ο Όνταρ οδηγούνταν στην πυρά. Μόλις άκουσε τα νέα και ξέροντας ότι τα λόγια του Όνταρ απηχούσαν την αλήθεια, έτρεξε να σταματήσει την εκτέλεση.
Στο μεταξύ, ο Όνταρ, που στην αρχή ήταν βέβαιος ότι η κόμισσα, ύστερα από δεύτερη σκέψη, θα άλλαζε την αρχική της απόφαση, τώρα έβλεπε πως εκείνη ήταν αποφασισμένη να πραγματοποιήσει την απειλή της. Λέγεται πως, τελικά, γεμάτος φόβο και οργή, ξεστόμισε εκείνη την τελική προφητεία που του χάρισε τον τίτλο του "Προφήτη του Μπράχαν" : "Βλέπω στο μακρινό μέλλον τον αφανισμό της γενιάς του δυνάστη μου. Βλέπω έναν αρχηγό, τελευταίο του οίκου του, κουφό και άλαλο. Θα γίνει πατέρας τεσσάρων αρσενικών, που θα τον ακολουθήσουν στον τάφο. Ό,τι απομείνει από τα κτήματά του θα το κληρονομήσει μια ασπροντυμένη κοπέλα, που θα σκοτώσει την αδελφή της". Η Ισαβέλα εξαγριώθηκε τόσο πολύ, που διέταξε τους άντρες της να τον εκτελέσουν αμέσως, βουτώντας τον με το κεφάλι σ' ένα βαρέλι που είχε στα εσωτερικά του τοιχώματα κοφτερούς πασσάλους και το οποίο γέμισαν με καυτή πίσσα.
Ο κόμης δεν πρόλαβε να εμποδίσει αυτή τη φρικιαστική πράξη. Μερικά χρόνια αργότερα, η Ισαβέλα έπεσε από τον πυργίσκο του κάστρου βρίσκοντας το θάνατο.
Μια - μια οι λεπτομέρειες της επιθανάτιας προφητείας του Όνταρ έφταναν στην πραγμάτωσή τους. Ένας κόμης του Σίφορθ γεννημένος το 1754, έχασε την ακοή του από οστρακιά, όταν ήταν δώδεκα χρόνων. Και οι τέσσερις γιοι του πέθαναν νέοι κι ο ίδιος, μετά απ' αυτές τις τραγωδίες, έχασε τη μιλιά του. Πέθανε στις 11 Ιανουαρίου 1815, και μια από τις κόρες του επέστρεψε στη Σκοτία, λίγο μετά, από την Ινδία όπου κατοικούσε και όπου ο σύζυγός της είχε πεθάνει πρόσφατα. Φορούσε τα παραδοσιακά άσπρα ρούχα του πένθους. Η γυναίκα αυτή τελικά ξαναπαντρεύτηκε και, αφού δεν υπήρχαν άντρες κληρονόμοι, τα κτήματα του Σίφορθ πέρασαν στα δικά της χέρια και στο δεύτερο σύζυγο της. Μια μέρα, η άμαξα που οδηγούσε η ίδια ανατράπηκε και σκοτώθηκε η αδελφή της που βρισκόταν μέσα. Έτσι εκπληρώθηκε και η τελευταία πράξη της τραγωδίας που είχε προβλέψει ο "Προφήτης του Μπράχαν".
Πολλές από τις προφητείες που είχε κάνει ο Όνταρ, βγήκαν αληθινές χρόνια μετά το θάνατό του. Λέγεται πως προφήτεψε ότι η Πέτρα του Πέτι, που ζύγιζε 8 τόνους και βρίσκεται στο εσωτερικό της χώρας, θα κατέληγε στη θάλασσα - όπως και έγινε, όταν ένας κυκλώνας έπληξε την περιοχή το 1799 και προφανώς παρέσυρε την πέτρα. Υπάρχουν όμως κι εκείνοι που επιμένουν ότι μια ακόμη θρυλούμενη προφητεία μπορεί να πραγματοποιηθεί. Λέγεται ότι ο Όνταρ προφήτεψε ότι "μια σκούρα γκρίζα αγελάδα χωρίς κέρατα θα φανεί στο Μιντς και θα βγάλει τέτοιο μουγκρητό που θα ρίξει τις 6 καμινάδες του Γκέρλοχ Χάουζ. Η χώρα όλη θα ερειπωθεί ολοκληρωτικά. κι ύστερα απ' αυτό τα ελάφια και άλλα άγρια ζώα θα εξοντωθούν από μια μαύρη απαίσια βροχή". Ορισμένοι καταστροφολόγοι βλέπουν στη σκούρα γκρίζα αγελάδα χωρίς κέρατα ένα πυρηνικό υποβρύχιο και το μουγκρητό το εννοούν σαν μια πυρηνική έκρηξη με όλες τις συνέπειες της ερήμωσης και των πυρηνικών κατάλοιπων. Κατά περίεργο τρόπο, το Γκέρλοχ Χάουζ δεν είχε καμινάδες την εποχή που έγινε η προφητεία. Σήμερα, έχει έξι.
Η πέτρα που χρησιμοποιούσε ο Οντάρ λέγεται πέτρα Adder.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου